Τα αποκριάτικα της Δόμνας

Κριτική , Γιώργος Ε. Παπαδάκης , Εφημερίδα , Ελευθεροτυπία , 12 Μαρτίου 2003

Nα ’μουν νύ -μωρέ νά ’μουν νύ- νά ’μουν νύχτα στο γιαλό,
ν’ ανάψω λύ -μωρέ ν’ ανάψω λύ- ν’ ανάψω λύχνο γιά να ιδώ.

Το Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης τίμησε φέτος την παράδοση της Αποκριάς καλώντας τη Δόμνα Σαμίου να ζωντανέψει το πνεύμα και τον ήχο αυτής της αρχαιότατης γιορτής.

Η Δόμνα Σαμίου είναι ο πρώτος άνθρωπος που φρόντισε να συγκεντρώσει, να ταξινομήσει και να εκδώσει ηχητικές καταγραφές με τραγούδια που συνοδεύουν τις εκδηλώσεις και τελετές της ελληνικής Αποκριάς (1994) που, ας σημειωθεί, αποτελούν μια κατηγορία ελάχιστα καταγεγραμμένη και μελετημένη, καθώς το άκρως τολμηρό του περιεχομένου τους αποτελούσε, και ίσως ακόμα αποτελεί, ανυπέρβλητο εμπόδιο για τα μέτρα της αστικής ηθικής. Δεν είναι, άραγε, αξιοπαρατήρητο ότι επί εκατό σχεδόν χρόνια δισκογραφικής δραστηριότητας κανένας δεν ενδιαφέρθηκε να ηχογραφήσει ένα αποκριάτικο τραγούδι;

Ωστόσο, τα μασκαρέματα, οι αθυροστομίες, ο ενθουσιασμός, η προσωρινή κατάργηση των καθιερωμένων τύπων και διακρίσεων αποτελούν επιβίωση των μανιωδών παραληρημάτων των ασελγών, λάγνων και τραγοντυμένων Σατύρων, των Σειληνών, των Μαινάδων και άλλων μορφών της ελληνικής αρχαιότητας. Οι Ρωμαίοι πήραν, και κατά τη συνήθειά τους, ευτέλισαν την ουσία των τελετών αυτών και έτσι τις διέδωσαν στις χώρες της απέραντης αυτοκρατορίας τους. Η χριστιανική εκκλησία, ιδιαίτερα στους πρώτους αιώνες της ιστορίας της, προσπάθησε με πάθος να καταργήσει τα ειδωλολατρικά αυτά έθιμα ή έστω να τα περιορίσει, μα στάθηκε μάταιο καθώς οι ρίζες τους ήταν πολύ βαθιές. Γι' αυτό (όπως έκανε και με άλλες, ελληνικές παραδόσεις) στο τέλος τις οικειοποιήθηκε.

Το θέαμα που... απεργάστηκαν, και με επιμέλεια παρουσίασαν, η Δόμνα Σαμίου και οι συνεργάτες της, τολμηρό, έτσι κι αλλιώς, ως εκ της φύσεώς του, έγινε ακόμη τολμηρότερο λόγω του περιβάλλοντος εντός του οποίου υλοποιήθηκε. Ένα περιβάλλον που απέχει μάλλον (αν δεν βρίσκεται και σε διάσταση) από εκείνο που ο καθένας θα μπορούσε να φανταστεί ως φυσικό ή αρμόδιο, αν όχι για την τέλεση, έστω και για την επί σκηνής αναπαράσταση παρόμοιας μορφής εκδηλώσεων. Γι' αυτό και μεγάλη μερίδα της τόλμης ανήκει στη Διοίκηση του ΟΜΜΘ για την απόφασή του να εισηγηθεί στο κοινό της πόλης την ιδιαίτερη φύση της παραδοσιακής βωμολοχίας, του άσεμνου, του προκλητικού, της ασέλγειας και του διαλαλήματος παντός «ου φωνητού» κατά τη βυζαντινή έκφραση. Ακούγοντας την πολυτελή και επιβλητική αίθουσα συναυλιών του Μεγάρου να αντηχεί τα λόγια του τραγουδιού: «Το μουνί το λένε Γιώτα...» κλπ., δεν μπορούσε κανείς να μην παρατηρήσει την, έστω και στιγμιαία, κατίσχυση του αποκριάτικου πνεύματος επί του υποκριτικού καθωσπρεπισμού και της σεμνοτυφίας, η οποία, πάντως, από κάπου δραπέτευσε και... ξεφύτρωσε στο βιβλιαράκι του προγράμματος με τον κατάλογο των τραγουδιών, όπου προσπαθώντας να αποφύγει την κακοτοπιά, έδωσε στο εν λόγω τραγούδι τον τίτλο...«Η Γιώτα»! Πήγε δηλαδή για μαλλί και βγήκε κουρεμένη.

Η παράσταση, πάντως, που την αποτελούσαν μια σειρά από τραγούδια και δρώμενα από το τυπικό της ελληνικής Αποκριάς, κέρδισε, από την αρχή, το κοινό που την παρακολουθούσε με διαθέσεις, και συχνά εκδηλώσεις, συμμετοχής. Κατάφερε επίσης να επιβληθεί στον «άβολο« γι' αυτή χώρο, πράγμα για το οποίο φαίνεται ότι ήταν αποφασισμένη η σκηνοθέτις κ. Δάφνη Τζαφέρη, που πλην της όλης και εξαιρετικής συμβολής της, στο τέλος, και υπό τους ήχους των χάλκινων πνευστών της ομάδας «Λόζιους κι Ανακατουσιά» από την Κοζάνη, οδήγησε τον πολυπληθή θίασο προς κατάληψιν όλου του... κτιρίου. Κοινό και χορευτές, μουσικοί και τραγουδιστές με προεξάρχουσα τη Δόμνα Σαμίου, βγήκαν από την αίθουσα και κατέλαβαν το φουαγιέ, όπου εδόθη μια ακόμη, εκτός προγράμματος, μουσικοχορευτική παράσταση, αφού κανείς δεν ήταν διατεθειμένος να φύγει. Τα θορυβώδη χάλκινα μαζί με τα θορυβωδέστερα νταούλια, που αντηχούσαν παντού, μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για μια παταγώδη... επιτυχία.

Είναι αυτονόητο πως για κάθε προσπάθεια απαιτούνται η καλή συνεργασία, η γνώση και το ταλέντο πολλών ανθρώπων που συμβάλλουν, ο καθένας στον τομέα του, στην επιτυχία. Αυτονόητο είναι επίσης, πως και οι επιμέρους καλές προσπάθειες πρέπει να επαινούνται. Έτσι, εκτός από τη Δόμνα Σαμίου που ήταν η «ψυχή» αυτού του έργου, εκτός από τη Δάφνη Τζαφέρη που πραγματοποίησε τη σύνθεση των στοιχείων και των σκηνών του θεάματος, συνέβαλαν επίσης με την τέχνη τους η κινησιολόγος Ζωή Μάργαρη, η εθνολόγος και λαογράφος του Κέντρου Έρευνας της Ελληνικής Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών, Μιράντα Τερζοπούλου, οι ομάδες «Περπερούνα», «Φανός Κοζάνης», «Καρναβάλια Δήμου Σοχού», «Μπουλούκι της Γραμμενίτσας» καθώς και πολλοί άλλοι «αφανείς ήρωες» μπροστά και πίσω από τη σκηνή του θεάτρου.