Του νεκρού αδελφού

Το τραγούδι της Αρετής

Για να ακούσετε τα τραγούδια χρειάζεστε την τελευταία έκδοση του adobe flash player

Get Adobe Flash player

Mάνα με τους, μάνα με τους εννιά σου γιούς,
άιντες πουλί μου χάιντες, τη μιά σου θυγατέρα
την ήλουτζες, κι αμάν αμάν, την ήλουτζες στα σκοτεινά,
την ήλουτζες, την ήλουτζες στα σκοτεινά,
άιντες πουλί μου χάιντες, τη χτένιζες στα φέγγια
την εσυχνο- κι αμάν αμάν, τήνε συχνοκολάκευγες

την εσυχνοκολάκευες όξω στα φεγγαράκια,
στ’ άστρι και στον αυγερινό ήπλεκες τα μαλλιά της.
Προξενητάδες ήρτανε απέ τη Bαβυλώνα
να πάρουνε την Aρετή πολύ μακριά στα ξένα.
Kι όλα τ’ αδέρφια δεν ηθέν1 κι ο Kωσταντίνος ήθε.
- Mάνα να την παντρέψουμε την Aρετή στα ξένα
νά ’χω και γω αποκούμπηση στα ξένα που γυρίτζω.
- Φρένιμος2 είσαι Kωσταντή μ’ άσχημα λόγια λέγεις.
Κι αν μού ’ρθει θλίψη ή χαρά ποιός θα μου τήνε φέρει;
- Αν σού ’ρθει θλίψη ή χαρά εγώ θα στήνε φέρω.
Ήρτε ο χρόνος δίσεκτος κι οι μήνες οργκισμένοι
κι ήπεσε το θανατικό κι οι εννιά ’δερφοί πεθάναν.
Επόθανε κι ο Κωσταντής όπου το τάμα είχε.
Κι ήμεινε η μάνα μοναχή, σαν καλαμιά στον κάμπο.
Σ’ όλα τα μνήματα ’κλαιγε σ’ όλα μοιρολογιούνταν.
Στου Κωσταντίνου το μνημιό ενέσπαν’ τα μαλλία της.
- Δε μού ’λεγες βρε Κωσταντή πως ήθε ν’ αποθάνεις,
μον’ μού ’λεγες την Αρετή πως ήθε να μου φέρεις.
Aνάθεμά σου Κωσταντή και τρις ανάθεμά σε,
Οπού μου την εξόριξες την Αρετή στα ξένα.
Αφ’ την κατάρα την πολλή κι αφ’ τό πολύ το κλάμα
η γης αναταράχτηκε κι ο Κωσταντίνος ήβγκε.
- Άφησ’ με, Χάρε, άφησ’ με τρεις μέρες και τρεις νύχτες
να κάμω και της μάνας μου το τάμα που της είχα.
- Και ποιόν αφήνεις εγγυητή να πας και να γυρίσεις;
- Την Παναγιά και τον Χριστό τους Άγιους Αναργκύρους.
Κάμνει το μνήμα άλογο, την πλάκα συλλιβάρι,3
το μαύρο καβαλίκεψε στην Αρετή να πάει.
Απέ καρσί τη γνάντεψε εις το χορό κι εβάστα.
- Για έλ ’δω βρε Αρετή κι η μάνα μας σε θέλει.
- Αλίμον’ αδερφάκι μου και τι ’ναι που με θέλει;
Αν είναι θλίψη να θλιφτώ κι αν είν’ χαρά ν’ αλλάξω.
- Καλό, κακό, βρε Αρετή, έλα μ’ αυτά που είσαι.
Το μαύρο του εγονάτισε κι απάνω την επήρε.
Στο δρόμο που πηγαίνανε, στο δρόμο που δγκιαβαίναν
ακούν πουλιά να κελαηδούν, ακούν πουλιά να λένε:
- Για δες κορίτσι όμορφο που σέρνει αποθαμένος.
- Γι’ άκου, γι’ άκου Κωσταντή τι λένε τα πουλάκια.
- Πουλάκια είν’ και κελαηδούν πουλάκια είν’ κι ας λένε.
- Μου φαίνεται βρε Κωσταντή πως λιβανιές μυρίζεις.
- Εχτές προχτές επήγαμε κάτω στον άϊ-Γιάννη
και θύμιασέ με ο παπάς με περισσό λιβάνι.
Και παρεμπρός που πήγανε κι άλλα πουλιά τους λενε:
- Θεέ μεγαλοδύναμε μεγάλο κρίμα κάμνεις
την Αρετή την όμορφη να σέρν’ αποθαμένος.
Ότι που κοντοκόντεψαν εις τους Αγιούς Μαρτύρους.
- Άμ’ αδερφή στο σπίτι μας να μπω να προσκυνήσω.
- Έλα να πάμε Κωσταντή κι απέ για γύρνα πίσω.
- Άμ’ Αρετή στο σπίτι μας και γω ’μ’ αποθαμένος.
Παίρνει και πα στο σπίτι ντους με μια καρδγκιά καμένη,
γλέπει την πόρτα σφαλιχτή και τα κλειδγκιά παρμένα,
και τα παραθυρόφυλλα πού ’ταν αραχνιασμένα.
- Άνοιξε μάνα μ’, άνοιξε κι η Αρετή σου είμαι.
- Άμε Χάρε εις το καλό κι εγώ Αρετή δεν έχω.
Μνιάν Αρετή που ’χα Αρετή, άμε και γύρευγκέ την.
- Να και το δαχτυλίδι μου τ’ αρραβωνιαστικού μου,
οπού μ’ αρραβωνιάσανε και τα εννιά μ’ αδέρφια.
Στην πόρτα αγκαλιαστήκανε, αντάμα ξεψυχήσαν.


1ηθέν: ήθελαν
2φρένιμος: λογικός
3συλλιβάρι: καπίστρι


Οι στίχοι συμπληρώθηκαν από το Μ. Γ. Βαγιανός, Μελί Καραπούρνων-Ερυθραίας Μικράς Ασίας, Μελί Μεγάρων 1981, σ. 64-65.